Πασατέμπος

Ιστορία για να… περνά η ώρα – Σχόλια και παρατηρήσεις στο athinaios@live.com

Αυτή είναι η τεχνική της σωστής συνέντευξης

Ένα ταχύρυθμο μάθημα από τον Φρέντυ Γερμανό σε 2.626 λέξεις.

Οι Εικόνες ήταν ένα πρωτοποριακό περιοδικό. Μιλάμε για τι Εικόνες της Ελένης Βλάχου που θριάμβευσαν στη δεκαετία του ’60. Η Μεγάλη Κυρία του τύπου συγκέντρωσε τα «διαμάντια» της δημοσιογραφίας, τα κατεργάστηκε και αυτά  το περιοδικό έδωσε το νέο που περίμενε το κοινό. Μεταξύ των αστεριών που «ξεπετάχτηκαν» στο περιοδικό κι ο Φρεντυ Γερμανός. Το 1966 ήταν ήδη ο χρονογράφος της Μεσημβρινής, είχε το δικό του αναγνωρίσιμο στιλ γραφής και στις 8 Ιουνίου άρχισε τις εμφανίσεις στην τηλεόραση του ΕΙΡ λέγοντας ειδήσεις στην Ηχώ των Γεγονότων. Πρωτοπόρος για την εποχή του το αποδεικνύει σε μια συνέντευξη με τον Γιώργο Κωνσταντίνου όπου παραδίδει μαθήματα και μάλιστα δωρεάν για το πώς μπορεί να γραφεί μια συνέντευξη. Δεν δίνει σημασία μόνο στα όσα του λέει ο συνομιλητής του, αλλά ασχολείται και με το… περιτύλιγμα. Αξίζει το κόπο να διαβάσουμε τις 2.626 λέξεις της συνέντευξης του Φρέντυ Γερμανού. Ακόμα κι αν δεν γίνουμε σοφότεροι για τον συνομιλητή του θα έχουμε  απολαύσει το κείμενο…

ΤΙΤΛΟΣ: «Η ζωή του Γιώργου Κωνσταντίνου»

                                ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

Φλας – μπακ, Μεταξουργείο, 1942

Εξωτερικό γύρισμα. Ένας χωματόδρομος. Παιδιά που παίζουν με ένα πάνινο τόπι. «Αστραπή Μεταξουργείου» εναντίον «Άρσεναλ Κολοκυνθούς». Οι αρχηγοί των ομάδων κανονίζουν τις συνθέσεις…

ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ: «Λοιπόν εντάξει… Εγώ σέντερ – φορ, εσείς οι δύο σέντερ μπακ, εσύ τερματοφύλακας… Κοίτα να φυλάς και τα σακάκια μας μη μας τα κλέψουνε σαν την άλλη φορά. Ψιτ, Ξυλάρα… Εσύ έξω από το παιχνίδι».

ΗΧΗΤΙΚΑ: Σφύριγμα

Το παιχνίδι αρχίζει, ενώ με τράβελιγκ ο φακός απομακρύνεται από τον χωματόδρομο.

Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ:

«Φυσικά ο ξυλάρας ήμουν εγώ. Ήμουν μόλις, οχτώ χρόνων, αλλά πάντως από τότε ξυλάρας. Κάθε φορά με έβγαζαν από το παιχνίδι, γιατί ήμουν ο ψηλότερος. Μπορεί να τους πείραζε το ότι τους έπαιρνα πάντα τις κεφαλιές, αλλά μπορεί και να τους ενοχλούσε αισθητικά το μπόι μου. Αυτό δεν μπόρεσα να το ξεδιαλύνω ποτέ. Όπως και να είχε το πράγμα, δεν είναι καθόλου ευχάριστο να σε φωνάζουν ξυλάρα – ιδίως εάν είσαι ξυλάρας… Κλεινόμουν στο δωμάτιό μου κι έκλαιγα. Και μια μέρα, μέσα στην απελπισία μου, ανακάλυψα μια αλήθεια: Πως ο μόνος τρόπος για να πολεμήσω όλους αυτούς που με φώναζαν ξυλάρα ήταν να παραδεχτώ: «Ωραία, είμαι ξυλάρας. Εμπρός λοιπόν. Ας γελάσουμε τώρα με τον ξυλάρα…»

»Έτσι έμαθα πώς να μη φοβάμαι το γέλιο του κόσμου. Αυτό ήταν το πρώτο βήμα. Το δεύτερο ήταν να μάθω πώς να το κερδίζω…»

«ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Γεώργιος, του Μιχαήλ. Έτος γεννήσεων 1934, Αριθμός θεατρικής αδείας 2.810. Ύψος, 1,84…»

Ήτοι: Ξυλάρας, πάντοτε.

Πρώτη εντύπωση: Είναι πιο κομψός, πιο καλοφτιαγμένος απ’ ότι δείχνουν οι ταινίες του. Με λίγη κακοτυχία θα μπορούσε να είχε εξελιχτεί σε λατινογενή ζέν – πρεμιέ, από την κατηγορία εκείνων που παρασύρουν τις αμαρτωλές μητέρες της ελληνικής οθόνης εις αθρόα παραγωγήν εξωγάμων.

Δεν έγινε. Δεν το ήθελε ο ίδιος και δεν το ήθελε ούτε ο Κουν, που ήταν ο πρώτος του δάσκαλος. «Πολύ ψηλός για ζεν – πρεμιέ», γνωμάτευσε ο θεατρικός Δαλαϊλάμας του υπογείου του «Ορφέα». Πάντως τον πήρε στην σχολή του, και στο δεύτερο χρόνο των σπουδών γνωμάτευσε εκ νέου: «Εσύ Κωνσταντίνου, θα γίνεις κωμικός. Έχεις την φλέβα. Έχεις το κάτι…»

Αλλά το να είσαι κωμικός στην Ελλάδα είναι μια ιδιότητα μάλλον μελαγχολική. Κατ’ αρχήν η ίδια η λέξη έχει κάτι το διαβλητό: «Τι εργασία κάνετε;». «Είμαι κωμικός…». Κανονικά η επόμενη φράση πρέπει να είναι: «Περαστικά…»

Φταίει η ελληνική γλώσσα; Φταίει η ελληνική κωμωδία; Φταίει το κακό το ριζικό μας; Πάντως, ο ίδιος ο Γιώργος Κωνταντίνου τοποθετεί πάνω – κάτω έτσι τον εαυτό του:

«Δεν μ’ αρέσει να με λένε κωμικό, γιατί δεν αισθάνομαι κωμικός. Το γέλιο και το δράμα συνορεύουν στη ζωή. Πως μπορεί να τα ξεχωρίζει μέσα του ένας ηθοποιός; Πάρε τον Μάρκ Τουέιν. Πάρε τον Τσέχοφ. Αυτή είναι η σωστή σάτιρα. Όταν σατιρίζεις ανθρώπους, πρέπει ταυτόχρονα και να τους λυπάσαι, αλλιώς είσαι ή ψεύτης ή αναίσθητος. Η σάτιρα είναι η σαμπάνια. Η πίκρα είναι το κατακάθι της».

Αυτό είναι το πιστεύω του Γιώργου Κωνσταντίνου, που το εφαρμόζει στη δουλειά του, κάθε χρόνο και με περισσότερη συνέπεια, κάθε χρόνο και με περισσότερη ωριμότητα. Θέλει να είναι μόνο ηθοποιός. Ούτε αποκλειστικά κωμικός, ούτε ιδιαίτερα λυπητερός.

Τον τελευταίο καιρό, οι διαφημίσεις τον θέλουν να είναι: «Ο Πίτερ Σέλερς της Ελλάδος». Αυτό το επίθετο μοιάζει σαν την κατσαρόλα που δένουν τα άτακτα παιδιά στην ουρά μιας γάτας. Ο ίδιος ο Κωνσταντίνου έχει εντελώς αντίθετη γνώμη. Δεν πιστεύει πως είναι ο Πίτερ Σέλερς της Ελλάδος. Δεν πιστεύει πως έχει καμιά σχεδόν ομοιότητα με τον Πίτερ Σέλερς.

Και βέβαια αυτό δεν σημαίνει πως έχει τίποτα εναντίον του Πίτερ Σέλερς. Όπως άλλωστε και η γάτα δεν έχει τίποτε εναντίον της κατσαρόλας.

Άργησε να στραφεί προς το θέατρο – ίσως επειδή ο πατέρας του και η μητέρα του δούλευαν στο θέατρο. Το να έχεις γονείς ηθοποιούς, είναι κάτι που ή σε σπρώχνει στην σκηνή ή σου δημιουργεί την ακατανίκητη επιθυμία να γίνεις συμβολαιογράφος.

Οι γονείς του ήταν ο τενόρος Μιχάλης Κωνσταντίνου και η σοπράνο της επιθεώρησης Νίτσα Φιλοσόφου. Ο ίδιος, όταν έβγαλε το γυμνάσιο, κατετάγη επειγόντως στην αεροπορία. Είδε την αεροπορία σαν επάγγελμα. Του άρεσε η στολή. Είχε πάντα μια τάση να του αρέσουν πράγματα για τα οποία δεν είχε ιδέα. Όταν βαρέθηκε την αεροπορία (το πρόβλημα ήταν πως θα τον βαρεθεί η αεροπορία) έγινε ηλεκτροτεχνίτης. Δεν είχε ιδέα τι σημαίνει ηλεκτροτεχνίτης. Απλώς του άρεσε η λέξη.

«Ευτυχώς έκλεισε το μαγαζί εγκαίρως. Τότε έπιασα δουλειά σ’ ένα βαλιτσάδικο. Εκεί τρυπούσα κουμπιά. Κάθε μέρα, επί οκτώ ώρες, τρυπούσα κουμπιά. Ποτέ όμως δεν έμαθα να το κάνω σωστά. Ποτέ δεν έμαθα πως μπορούσαν οι άλλοι να τρυπούν κουμπιά. Τα δικά μου έσπαγαν όλα στη μέση. Πέρασα ώρες τραγικής αγωνίας να ανακαλύψω τι πήγαινε στραβά, στα κουμπιά ή σε μένα. Δεν πρόλαβα, γιατί εν τω μεταξύ έκλεισε το εργοστάσιο. Έμεινα άνεργος κι ύστερα, για να κάνω κάτι, γράφτηκα στην Σχολή Μουζενίδη. Μας έκανε τέσσερα – πέντε μαθήματα κι ύστερα έκλεισε κι αυτή…»

Τυχερή, τέλος πάντως, η Ελληνική Βασιλική Αεροπορία… Ήταν το μόνο μαγαζί απ’ όσα στέγασαν εκείνο τον καιρό τον Γιώργο Κωνσταντίνου, που δεν χρειάστηκε να κλείσει…

Η Σχολή Μουζενίδη ήταν ο πρόλογος. Η σχολή του Εθνικού θα ήταν το πρώτο κεφάλαιο, αν τα πράγματα εξελίσσονταν διαφορετικά.

«Ήθελα να μπω στημ Σχολή του Εθνικού, όπως όλοι. Έδωσα, λοιπόν, εξετάσεις με «Άμλετ». Τον έπαιξα όσο μπορούσα πιο απλά: Βατερλώ… Όλοι οι εξεταστές με κοίταζαν σοβαρά και λυπημένα.

»Και τότε θυμήθηκα την μητέρα μου… Κατά σύμπτωση είχαμε δει μαζί πριν λίγες μέρες τον «Άμλετ» με τον Χατζίσκο. Ήταν ένα πολύ δυναμικό παίξιμο, που είχε συγκινήσει τρομερά την πλατεία. Ο Χατζίσκος κόντευε να φάει την καρέκλα… Η μητέρα μου είχε συγκινηθεί πολύ, μου είπε: «Έτσι να παίξεις παιδί μου…». Δεν το έπαιξα και με έκοψαν. Το συμπέρασμα είναι ότι θα έπρεπε να είχα φάει κι εγώ την καρέκλα. Αυτή είναι όλη η ιστορία., Εν περιλήψει…»

Έτσι τελείωσε η σταδιοδρομία του Γιώργου Κωνσταντίνου στο Εθνικό, πριν καλά – καλά αρχίσει. Του είπαν: «Παιδί μου, δεν είναι για τα δόντια σου το Εθνικό…» Ή δεν ήταν για τα δόντια του η καρέκλα…

Ράβδος εν γωνία, άρα βρέχει. Αυτό στην θεατρική γλώσσα λέγεται αλλιώς: «Τον έκοψαν στην Σχολή του Εθνικού; Άρα έχει ταλέντο…»

Με αυτό το πιστοποιητικό, ο Κωνσταντίνου χτυπά την πόρτα της σχολής του Κουν. Ήταν βέβαια πολύ ψηλός για θέατρο… Ευτυχώς όμως, τον είχαν κόψει στο Εθνικό…

Ο πρώτος χρόνος στη Σχολή ήταν χρόνος αναζητήσεων. Στον πρώτο χρόνο είναι ο ζεν – πρεμιέ… Στο δεύτερο είναι ο αστείος. Μετά είναι απ΄όλα…

«Ο Κουν με πήρε στο θίασό του, πριν βγάλω τη Σχολή. Δεν θυμάμαι τι ρόλους είχα. Οι περισσότεροι ήταν βουβοί… Έκανα όμως ένα σωρό άλλα πράγματα, που είναι πολύ σημαντικά σ’ ένα θέατρο. Θυμάμαι σε μια περιοδεία, που είχα το ένα χέρι μου στο μαγνητόφωνο για να κανονίζω τη μουσική, με το άλλο μου χέρι πατούσα το κουδούνι και με τα δόντια τραβούσα μια πρίζα. Ένοιωθα πολύ σημαντικός με όλα αυτά. Στο κάτω – κάτω στήριζα όλη την παράσταση…»

Με το ένα χέρι στο μαγνητόφωνο, με το άλλο στο κουδούνι, με τα δόντια στην πρίζα… Ένας μικρός Κυναίγειρος του ελληνικού θεάτρου. Μόνο που η μοίρα των Κυναιγείρων, είναι πάντα η ίδια, είτε αντιμετωπίζουν Πέρσες, είτε θιασάρχες…

«Μια μέρα βαρέθηκα αυτή την ιστορία, τσακώθηκα με τον Κούν κι έφυγα. Έτσι όλη η θεατρική μου προσφορά πήγε χαμένη. Χαμένα και τα μαγνητόφωνα, χαμένες κι οι πρίζες, χαμένα και τα κουδούνια. Κάλλιο αργά, παρά ποτέ…»

Κάλλιο σργά, παρά ποτέ… Πόσο αργά, δηλαδή; Το 1965 ο Κωνσταντίνου είναι είκοσι πέντε χρόνων – δηλαδή γέρος… Έτσι τουλάχιστον βλέπει ο ίδιος τον εαυτό του εκείνο τον καιρό. Είκοσι πέντε χρόνων, άνεργος, απογοητευμένος, πολύ ψηλός για ζεν – πρεμιέ, πολύ ευαίσθητος για ηθοποιός. Το θέατρο είναι συχνά μια οδυνηρή απογοήτευση για όσους το φαντάζονται παγόδα της Τέχνης και διαπιστώνουν, όταν φορέσουν τα γυαλιά τους, ότι μοιάζει με παλέστρα.

«Τότε ήταν που αποφάσισα να φύγω στην Αμερική. Είχα αρχίσει κιόλας να ετοιμάζω τα χαρτιά μου… Και μια μέρα μου τηλεφωνεί ένας φίλος μου: «Κωνσταντίνου, τι κάνεις; Έλα στο ναό μου να κάνουμε τέχνη…». Ο ναός του ήταν μια σχολή δραματικής. Μία από τις 175 σχολές δραματικής τέχνης που λειτουργούν στην περιοχή της τέως διοικήσεως πρωτευούσης. Τον συνάντησα λοιπόν και κάναμε τέχνη, μια και δεν είχαμε τίποτε άλλο να κάμουμε εκείνο τον καιρό. Αποφασίσαμε να ανεβάσουμε το «Περιμένοντας τον Γκοντό». Ήταν ένα έργο που μου άρεσε υπερβολικά. Το ετοιμάζαμε επί έξι μήνες. Τελικά, βέβαια, δεν ανέβηκε ποτέ. Δεν ξέρω τι μας σταμάτησε. Νομίζω δεν μας έδωσε άδεια η Εταιρεία Θεατρικών Συγγραφέων, με κράτησαν στην Ελλάδα…»

Έτσι ο Γιώργος Κωνσταντίνου ξαναμπαίνει στην παλαίστρα. Το 1960 τον παίρνει μαζί της η Αλίκη Βουγιουκλάκη. Ακολουθεί μια στιγμιαία εμφάνιση στην «Οδό Ονείρων». Μετά, το 1962, εμφανίζεται πάλι με την Βουγιουκλάκη, πρώτα στην «Κλεοπάτρα» και μετά στοα «Χτυποκάρδια στα θρανίο». Εκεί για πρώτη ίσως φορά ο κόσμος αρχίζει να κερδίζεται από αυτό τον ψηλό νεαρό που παίζει με πολύ αξιοπρέπεια τον κωμικότερο ρόλο του έργου, δεν κάνει γκριμάτσες, δεν κάνει τούμπες και δείχνει πλήρη αδιαφορία για το εάν θα γελάσει ή όχι το κοινό.

Ο δρόμος ανοίγει απότομα. Ακολουθούν τρία χρόνια με την Κατερινα και το καλοκαίρι του 1965 ο Γιώργος Κωνσταντίνου φτιάχνει δικό του θίασο με την Μάρω Κοντού και τον Κώστα Βουτσά. Ο δρόμος άνοιξε γρήγορα. Παράλληλα γυρίζει αδιάκοπα ταινίες, κυνηγώντας απελπισμένα το τυχερό του άστρο.

Οι Αμερικανοί λένε: «Ένας χιουμορίστας γεννιέται από την στιγμή που θα κερδίσει για πρώτη φορά το γέλιο του κοινού του…». Ο Γιώργος Κωνσταντίνου κέρδισε το πρώτο γέλιο μάλλον τυχαία. Δεν είχε βγάλει ακόμη τη Σχολή του Κουν.  Ο θίασος έπαιζε το «Αλέτρι και τα Άστρα» του Σον Ο’ Κέιζι και του είχαν αναθέσει στο διάλειμμα μια εξαιρετικά πολύπλοκη αποστολή. Έπρεπε να βγαίνει στο διάλειμμα και να τοποθετεί ένα φέρετρο ανάμεσα σε δύο καρέκλες.

«Όταν μου το είπαν, μου φάνηκε απλό. Στην πράξη όμως παρουσιάστηκε ένα πρόβλημα: Το φέρετρο δεν στεκόταν. Το στερέωνα σε μια καρέκλα, αλλά έπεφτε από την άλλη. Δοκίμαζα από την δεύτερη καρέκλα. Το ίδιο. Κάτι πήγαινε στραβά, σε μένα ή στο φέρετρο. Ήταν πάνω κάτω η ίδια ιστορία με εκείνα τα καταραμένα κουμπιά που έσπαζαν στη μέση. Η μόνη διαφορά ήταν πως είχα τώρα γύρω μου 300 ανθρώπους, που είχαν ξεραθεί στα γέλια. Σκέφθηκα να γελάσω κι εγώ, αλλά αν άρχιζα να γελάω εγώ, μπορεί να σταματούσε ο κόσμος. Στο κάτω – κάτω ήταν ένας ρόλος που μου είχε έρθει από τον ουρανό. Συνέχισα λοιπόν τις προσπάθειές μου να στήσω το φέρετρο ανάμεσα στις καρέκλες, σοβαρός και λυπημένος πάντα. Η σκηνή κράτησε ένα δύο λεπτά ακόμη, και ήταν η πιο επιτυχημένη μου σκηνή στο θέατρο, για πολλά χρόνια…»

Ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος στον ταινία «5.000 ψέματα»

Έτσι, με διαβατήριο ένα φέρετρο ο Γιώργος Κωνσταντίνου πέρασε τα σύνορα της ελληνικής κωμωδίας. Αγέλαστος και λυπημένος. Όπως τον ξέρουμε και σήμερα…

Άλλωστε αυτός είναι ο χαρακτήρας του. Δεν είναι εύθυμος, δεν είναι διαχυτικός, δεν έχει φίλους. Αντίθετα, υπάρχουν πολλοί (κατά κανόνα συνάδελφοί του), που η παρουσία τους του προκαλεί εξανθήματα.

Δεν λέει ποτέ του αστεία. Μισεί τα αστεία. Μισεί αυτούς που λένε αστεία. Όταν βρίσκεται στην σκηνή ξέρει να φτιάξει μια αστεία κατάσταση από το τίποτε, όταν όμως κατεβαίνει κάτω κυριεύεται από μια αθεράπευτη μελαγχολία. Αυτό βέβαια είναι γενικός κανόνας λίγο – πολύ για όσους έχουν επάγγελμα το χιούμορ. Ο Κοκκίνης, ύστερα από κάθε νούμερό του, έδινε την εντύπωση ότι πενθούσε την ταυτόχρονη απώλεια τριών ή τεσσάρων στενών συγγενών του και κάποτε που τον ρώτησε ένας φίλος του τι του συνέβαινα, του απάντησε ξερά: «Ξεκουράζομαι αγαπητέ μου…»

Με τον Αλέκο Τζανετάκο στην ταινία που γύριζε το 1966

Ο Κωνσταντίνου δεν ήταν βέβαια δυνατό να ξεφύγει από τον κανόνα. Άλλωστε έξι χρόνια θητείας στην ελληνική οθόνη φθάνουν και περισσεύουν για να δημιουργήσουν ισχυρό αντικοινωνικό σύμπλεγμα με άπαξ ή δις της εβδομάδας τάσεις προς αυτοκτονία. Παρ’ όλα αυτά εξακολουθεί να υπηρετεί τον ελληνικό κινηματογράφο. Κάτι παραπάνω: Εξακολουθεί να πιστεύει σ’ αυτόν. Ο χρόνος θα δείξει εάν είναι ρομαντικός ή αφελής ή απλώς προφήτης…   

Από το 1960 έως σήμερα (1966) γύρισε 14 ελληνικές ταινίες και τώρα γυρίζει την 15η του. Η πρώτη ήταν «Η Λίζα και η άλλη» όταν είδε για πρώτη φορά τον εαυτό του στο πανί άρχισε να τρέμει από την απελπισία του. Γύριζε και κοίταξε προς την έξοδο. Μερικοί νόμισαν ότι έκανε εμετό. Η Τζόλλυ Γαρμπή, που καθόταν δίπλα του σε κείνη την προβολή, του είπε ξερά: «Γύρνα μπροστά. Καλός είσαι. Θα στρώσεις…».

Παρ’ όλα αυτά άργησε να στρώσει.

«Στην δεύτερη ταινία μου δεν ήξερα τι έκανα. Στην τρίτη ντρεπόμουν αυτό που έκανα. Στην τέταρτη άρχισα να ξανασκέπτομαι την Αμερική…».

Υπάρχουν ηθοποιοί που μόλις γυρίσουν το πρώτο μέτρο της πρώτης τους ταινίας αισθάνονται σαν τον Γκιούλιβερ στη χώρα των Λιλιπούτειων.  Ο Γιώργος Κωνσταντίνου στο τρίτο του φιλμ ντρεπόταν γι’ αυτό που έκανε και στο τέταρτο ήθελε να φύγει στην Αμερική. Αυτό βέβαια σήμαινε πως ήταν φτιαγμένος για να προχωρήσει πάρα πολύ ή να μην προχωρήσει καθόλου.

Οι 14 ταινίες που γύρισε τα έξι τελευταία χρόνια είναι μια ένδειξη ότι προτίμησε να επιδιώξει το πρώτο. Το προτίμησε, αλλά δεν το πέτυχε ακόμη. Καμιά ίσως από αυτές τις 14 ταινίες δεν αντιπροσωπεύει αυτό που ήρθε ο Κωνσταντίνου να δώσει στην ελληνική σάτιρα. Έχει ακόμα πολύ δρόμο μπροστά του.

Ίσως άλλον τόσο

Ίσως περισσότερο
Ίσως γιατί, από μια άποψη είναι ο πρεσβευτής ενός καινούργιου γέλιου. Ο πλασιέ μιας νέας εποχής. Πράγμα που σημαίνει πως θα έχει να παλέψει με πολλά λιοντάρια στην αρένα της ελληνικής οθόνης, πριν επιβάλει το γέλιο του και την εποχή του.

Λιοντάρι, υπ’ αριθμόν ένα ο παραγωγός:

«Ένας παραγωγός έλεγε κάποτε πως ο καλός σκηνοθέτης είναι αυτός που τελειώνει την ταινία σε 10 μέρες. Ίσως αυτή η άποψη να εξηγεί πολλά για τον ελληνικό κινηματογράφο. Υπάρχουν ίσως και άλλα που τον εξηγούν καλύτερα. Ζητάς ένα Ζουμ και για 150 δραχμές δεν έρχεται. Περιμένεις ολόκληρο πρωΐ τους ηχολήπτες και στο τέλος ματαιώνεις το γύρισμα, γιατί δεν πληρώθηκαν. Τα λέω όλα αυτά για να δείξω με πόσο αίμα γυρίζονται αυτές οι ταινίες. Δεν λέω πως φτιάχνουμε αριστουργήματα. Αλλά πολλές φορές, με τα μέσα που μας δίνουν, κάνουμε θαύματα…».

ΖΑΠΠΕΙΟ, 1965

Τίτλος σεναρίου: «Πέντε χιλιάδες ψέματα»

Παραγωγός: «Φίνος Φιλμς»

Σκηνοθέτης – πρωταγωνιστής: Γιώργος Κωνσταντίνου

Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

«Ελάτε παιδιά, αρχίζουμε. Λάκη, το σενάριο. Μια πρόβα πρώτα για τον ηχολήπτη. Εν τάξει πάμε. Κλακέτα. Μοτέρ…»

Έχουν περάσει έξι χρόνια από τότε που γύρισε την πρώτη του ταινία και στο διάστημα αυτό ο Γιώργος Κωνσταντίνου έχει διανύσει ένα μακρύ ταξίδι   μέσα στη νύχτα – αυτή τη νύχτα που λέγεται ελληνική οθόνη. Τώρα είναι σκηνοθέτης. Φτιάχνει μια δική του ταινία. Καθώς μιλά γι’ αυτήν, τα μεγάλα δάχτυλά του σμιλεύουν στον αέρα, την πλάθουν, την στήνουν όρθια, ανάμεσα στους προβολείς και τις μηχανές.

Αγαπά, λοιπόν, τόσο την σκηνοθεσία; 

«Ναι, πολύ»

Πολλοί λένε όμως ότι βιάστηκε. Λένε ότι δεν σπούδασε, δεν ταξίδεψε. Δεν είδε πως γυρίζουν έξω τις ταινίες τους οι μεγάλοι δάσκαλοι του είδους…

«Το ξέρω. Ένας σκηνοθέτης μου έλεγε ότι δύο ήταν τα λάθη μου. Το πρώτο ήταν ότι τόλμησα να πάρω ίδιο αυτοκίνητο με εκείνον και το δεύτερο ότι τόλμησα να γίνω σκηνοθέτης. Δεν έχω αντίρρηση να αλλάξω το αυτοκίνητό μου, αλλά θα συνεχίσω το δεύτερο. Πιστεύω ότι μπορώ να κάνω… Πιστεύω ότι είναι κάτι που δεν μαθαίνεις καθισμένος στο θρανίο του «’Ακτορ Σκούντιο» ή παρακολουθώντας το γύρισμα του Αλέν Ρενέ. Ίσως να βοηθούν όλα αυτά, αλλά δεν σε κάνουν σκηνοθέτη».

Τι σε κάνει σκηνοθέτη;

«Το να το θες πολύ, το να το πιστεύεις πολύ. Το ίδιο πράγμα που σε κάνει συγγραφέα, το ίδιο πράγμα που σε κάνει σκηνοθέτη, το ίδιο πράγμα που σε κάνει γλύπτη. Έχω μια μηχανή προβολής σπίτι μου και κάθε απόγευμα βλέπω και ξαναβλέπω το «Ποτέμκιν» του Αϊζενστάιν. Κάθε φορά ανακαλύπτω και κάτι. Είναι κι αυτό κάτι που σε κάνει σκηνοθέτη…»

Ένας μηχανικός πλησιάζει. Το γύρισμα πρέπει να ξαναρχίσει. Άραγε πως θα πρέπει να νοιώθει κάποιος που επιστρέφει από το «Ποτέμκιν» του Αϊζενστάιν στα πλατό μιας ελληνικής ταινίας;

«Να δω τους προβολείς. Λίγο δεξιότερα. Εν τάξει. Κύριε Παπαγιαννόπουλε, πάμε για το πλάνο 49. Κλακέτα. Μοτέρ…»

Καθώς ο Γιώργος Κωνσταντίνου στέκεται τώρα ανάμεσα στους ηθοποιούς του, μοιάζει σαν Αμερικανός μπασκετμπολίστας που δίνει οδηγίες στους συμπαίκτες του.

Ο ξυλάρας του Μεταξουργείου εξακολουθεί να είναι ξυλάρας και στο Ζάππειο. Μόνο που αυτή τη φορά η μπάλα είναι δική του…

Η ταινία που σκηνοθετούσε ο Γιώργος Κωνσταντίνου κυκλοφόρησε στις κινηματογραφικές αίθουσες με τίτλο «Πέντε χιλιάδες Ψέματα» στις 17 Οκτωβρίου 1966. Τη μουσική έγραψε ο Βαγγέλης Παπαθανασίου, νεαρός και άγνωστος τότε, ενώ τραγουδούσε ο Γιώργος Ζαμπέτας. Αν και ιδιότυπη για την εποχή της έκοψε 264.607 εισιτήρια, αλλά ο Κωνσταντίνου δεν σκηνοθέτησε άλλη στην εταιρεία του Φίνου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: